TΟ ΦΑΓΗΤΟ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ

DSC_0090

Από τους  δημοσιογράφους γεύσης στους bloggers

Από τον Νίκο Τσελεμεντέ και τη Χρύσα Παραδείση της δεκαετίας του εξήντα, στα περιοδικά φαγητού, τις εκπομπές μαγειρικής και τους food blogges του σήμερα, το φαγητό είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα πιο αγαπημένα θέματα στα σύγχρονα media στην Ελλάδα. Ας ρίξουμε μία ματιά στους παράγοντες που ορίζουν την κατάσταση σήμερα, αλλά και στους ανθρώπους και τις συνθήκες που διαμόρφωσαν αυτή τη διαδρομή.

Με δύο λόγια

Το φαγητό, η μοναδική καθημερινή απόλαυση για τον άνθρωπο, αποτέλεσε αγαπημένο κεντρικό θέμα για πολλά κείμενα. Έτσι από την «Υδηπάθεια» του Αρχέστρατου στην Αρχαία Ελλάδα, στον Γάλλο φιλόσοφο Σεβαρέν και το έργο του «Η γαστρονομία ως καλή τέχνη», μέχρι τα σύγχρονα γαστρονομικά περιοδικά και τους bloggers, διαμορφώνεται μία φόρμα γραφής, αυτό που ονομάζουμε food writing.

Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει κείμενα που ασχολούνται με το φαγητό όχι μόνο ως υλικό αλλά ως κομμάτι της καθημερινότητας. Το φαγητό είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα, όχι μόνο ως αγαθό αλλά και ως κοινωνικό φαινόμενο. Σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος ζει, εργάζεται, ρυθμίζει την κοινωνική του ζωή και τη σχέση του με φύση. Επίσης όταν γίνεται συνειδητά, το φαγητό αποτελεί πολιτική πράξη. Έχει σχέση με την ποιότητα ζωής, ορίζεται από τάσεις, είναι στοιχείο κοινωνικής θέσης, κοινωνικοποιεί ή απομονώνει, διαμορφώνει κοινωνικές ομάδες, έχει άμεση σχέση με τη θρησκεία, τον πολιτισμό, την εθνική ταυτότητα, τις σχέσεις με τα άλλα κράτη, τους εχθρούς και τις συμμαχίες. Επίσης σε προσωπικό επίπεδο μπορεί να συμφιλιώσει τους ανθρώπους, να είναι παρηγορητικό, να δείξει αγάπη και φροντίδα. Τέλος, τροφές όπως το ρόδι, τα δημητριακά, το κρέας και το ψάρι, μπορεί να έχουν έναν έντονο συμβολισμό, δίνοντας στο φαγητό παγανιστικό χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα το τραπέζι των Χριστουγέννων και τα έθιμα που σχετίζονται με τη γέννηση, το γάμο και το θάνατο.

Τα όρια του δεν είναι ξεκάθαρα όπως στο πολιτικό, οικονομικό ή αθλητικό ρεπορτάζ. Περιέχει στοιχεία από άλλα είδη γραφής όπως η συνταγογραφία, η ιστορία, η κοινωνιολογία, τα ταξιδιωτικά κείμενα. Μπορεί να έχει στοιχεία μυθοπλασίας, ιστορικού διηγήματος ή και ποίησης. Πρόκειται για ένα κείμενο που με αφετηρία το φαγητό, μπορεί να μιλάει για την ανακύκλωση, την καταστροφή του περιβάλλοντος ή τον τρόπο που με τον οποίο οι οικογένειες λύνουν τα προβλήματα τους γύρω από το καθημερινό τραπέζι. Πρόκειται για έναν σχετικά νέο όρο, που έκανε την εμφάνιση του στη δεκαετία του ενενήντα, για να περιγράψει το είδος δημοσιογραφίας που αναπτύχθηκε στα ταξιδιωτικά και life style περιοδικά όταν ασχολήθηκαν με το φαγητό στο ευρύτερο κοινωνικό του πλαίσιο. Ήταν η εποχή που οι ταξιδιωτικοί ανταποκριτές ενδιαφέρθηκαν για το φαγητό στα ταξίδια τους, για τα εξωτικά προϊόντα και πιάτα και την ιεροτελεστία του μαγειρέματος στο τόπο προορισμού τους. Η υψηλή εμπορική αξία του νέου αυτού είδους, ήταν που το καθιέρωσε τα επόμενα χρόνια ως κυρίαρχο κομμάτι στην ύλη των μέσων ενημέρωσης.

Η περίοδος 2000-2005

Δεκαπέντε χρόνια πριν, το 2000, στη ζωή μας δεν υπήρχε wifi, τα social media,  και τα smart phones. Ο γαστρονομικός τύπος κυκλοφορούσε μία φορά το χρόνο με τη χριστουγεννιάτικη έκδοση των εφημερίδων, όποιος ήθελε να ξοδέψει λίγα χρήματα παραπάνω μπορούσε να αγοράσει κάποια έκδοση του εξωτερικού και φυσικά ούτε κουβέντα για τηλεοπτικά show μαγειρικής και celebrity chefs. Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε στη ζωή μας ο Γαστρονόμος της Καθημερινής, το Βήμα Gourmet του Βήματος, η αυστραλέζικη έκδοση της Conde Nast και φυσικά τα δωρεάν βιβλιαράκια του σούπερ μάρκετ. Ο ακαδημαϊκός Δημήτρης Ποταμιάνος είχε τη στήλη για το φαγητό στο εβδομαδιαίο Symbol και η Ελένη Ψυχούλη άφησε τα λαμπερά life style έντυπα για να ξεκινήσει να γράφει για το φαγητό στο ίδιο περιοδικό. Η στήλη της « Η πείνα» (Symbol, 2000-2001)  γίνεται μία από τις πιο δημοφιλείς στο περιοδικό και σταματάει λίγο πριν από την αναστολή της έκδοσης του.

Βρισκόμαστε στο 2004 και οι γαστρονομικές εκδόσεις των εφημερίδων έχουν πλέον μηνιαία συχνότητα. Τα τεύχη αυτά είναι αντικείμενο συλλογής, τα ράφια της βιβλιοθήκης γεμίζουν περιοδικά και τα ντοσιέ με αποκόμματα περιοδικών. Είναι η χρονιά που ο κόσμος ανακαλύπτει τα blog μαγειρικής. O Adam Roberts είναι ο Amateur Gourmet (www.amateurgourmet.com) και είναι ο πρώτος food blogger που χάρη σε μία συνταγή για cup cakes, εμπνευσμένο από ένα live της Janet Jackson κάνει το πρώτο food viral. O κόσμος χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο το internet και τα food blogs είνα η νέα μανία. Μετά από αυτό τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο.

Η νέα εποχή

Τα χρόνια εκείνα οι food blogers ήταν λίγοι και ήταν το πιο «καυτό πράγμα να είσαι» – μετά τα troll – στον σκοτεινό κόσμο του Internet. Το 2007 γράφαμε κείμενα σχεδόν εμμονικά. Κάτι ανάμεσα σε προσωπικές σημειώσεις, προσχέδια συνταγών και πολύ απλά φαγητά, τα ποστ εκείνης της εποχής δεν ξέρω πραγματικά ούτε ποιος ούτε -το κυριότερο- γιατί τα διάβαζε κανείς. Αυτό που ξέρω είναι πως ο κάθε ένας από εμάς με κάθε φωτογραφία με τη χαλαρά διπλωμένη πετσέτα και ένα μαχαιροπίρουνο στο πλάι του πιάτου έβαζε και κάτι σε αυτό που σήμερα λέμε food blogging.

Η δημοσιογραφία γεύσης άνθισε τα επόμενα χρόνια, αναδεικνύοντας τη δουλειά ανθρώπων οι οποίοι λατρεύτηκαν σαν θεοί. Οι σημαντικότεροι φωτογράφοι, δημοσιογράφοι φαγητού και food writers σήμερα, ξεκίνησαν λίγα χρόνια πριν ως bloggers. Έγιναν food celebrities, έκαναν τα δικά τους εστιατόρια, κυκλοφόρησαν βιβλία, έγιναν αντικείμενο πανεπιστιμιακής έρευνας, έκαναν τηλεόραση, έγιναν θέμα βιβλίου που στη συνέχεια έγινε ταινία, κυκλόφορησαν τη δική τους σειρά προϊόντων, πήραν θέσεις στη βιομηχανία της εστίασης. H συγγραφέας Julie Powell (http://juliepowell.blogspot.gr) με το Julie & Julia Project της, έκανε ένα best seller βιβλίο και μία επιτυχημένη κινηματογραφική ταινία, η Mimi Thorison στο site της καταγράφει τη ζωή της στη γαλλική εξοχή κάνοντας το Medoc κορυφαίο τουριστικό προορισμό και ο blogger Nathan Williams συγκεντρώνει την αφρόκρεμα της  on line κοινότητας σε ένα περιοδικό που αλλάζει την αισθητική των εκδόσεων φαγητού μέχρι τώρα. Η έκδοση του περιοδικού Kinfolk – ένας οδηγός φιλικών συναντήσεων όπως αυτοπροσδιορίζεται – με την έκδοση του το 2011 ορίζει την επιστροφή στην απλότητα. Η έκδοση αυτή, συνεχίζει και σήμερα να είναι από τις πιο επιδραστικές στο χώρο ορίζοντας μία αισθητική που είναι πλέον καθημερινότητα.

Στην Ελλάδα

Ήμουν ένας από τους πρώτους food bloggers στην Ελλάδα. Μπορούσες να  μας μετρήσεις στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ξεκίνησα να γράφω το βράδυ μετά τη δουλειά, να φωτογραφίζω με μία point & shoot φωτογραφική μηχανή, να υπολογίζω κούπες και γραμμάρια για τις συνταγές, να χρησιμοποιώ μία οποιαδήποτε ελεύθερη σύνδεση για να ανεβάσω κείμενα και να απαντώ στα σχόλια. Τα χρόνια εκείνα υπήρχαν οι δημοσιογράφοι γεύσης και οι κριτικοί εστιατορίων. Ο Επίκουρος, το Αθηνόραμα, ο Γαστρονόμος τη Καθημερινής, το Βήμα Gourmet, η Ελένη Ψυχούλη. Εμείς ήμασταν τα νέα φρούτα.

Το 2006 ξεκίνησε η πρώτη μου στήλη σε μηνιαίο περιοδικό. Ξεκίνησα να γράφω μία στήλη με αφορμή το φαγητό αλλά όχι με συνταγές. Το θέμα μου ήταν οι γαστρονομικές τάσεις, η καλή ζωή, τα ταξίδια. Δεν ήξερα να γράφω αλλά φρόντισα να διδαχθώ από τους ανθρώπους που διάβαζα στα περιοδικά.

Ο Αλβέρτος Αρούχ, ο Επίκουρός, (1950-2014) ήταν ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους στο χώρο. Καθηγητής οικονομίας με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, με το λόγο του σχημάτισε αυτό που σήμερα ονομάζουμε Νέα Ελληνική Κουζίνα, επαναπροσδιορίζοντας την εστιατορική σκηνή την περίοδο από το 2000 μέχρι σήμερα. Ο ίδιος έλεγε πως δεν μπορείς να κατανοήσεις το φαγητό αν δεν μπορείς να νιώσεις τη γεύση της ντομάτας τον Αύγουστο. Η ποιότητα στο φαγητό είναι κάτι απροσδιόριστο, είναι ένα σύνολο πραγμάτων που αγγίζει τα όρια της τέχνης. Και ο τρόπος που αντιλαμβανόταν το φαγητό ήταν όμοιος με τον τρόπο που έγραφε για το φαγητό. «Για να μάθεις να γράφεις για το φαγητό πρέπει να μπορείς να καταλάβεις πότε μία σαρδέλα είναι φρέσκια, πότε τα λαχανικά είναι στον καιρό τους και τον πόνο του ψαρά όταν πηγαίνει για ψάρεμα» μου είπε όταν τον ρώτησα πως μπορώ να γράφω καλύτερα». Με το έργο του προσπάθησε να αποτυπώσει τη σχέση του φαγητού με τον άνθρωπο, τη μνήμη και τα συναισθήματα.

Η Εύη Βουτσινά (1950-2013) έκανε πρωτογενή έρευνα, ορίζοντας ένα είδος λαογραφίας τους φαγητού, καταγράφοντας συνταγές από την αγροτική και αστική κουζίνα της χώρας. «Η μαγειρική έχει έναν κώδικα και βλέπω ότι ο κώδικας είναι ίδιος και στην αστική και στην αγροτική μαγειρική, η οποία δεν υπάρχει πια. Η μαγειρική είναι προφορική παράδοση, τη μετέδιδε η μάνα στην κόρη, που τη βοηθούσε να φτιάχνει το φαγητό κι έτσι μάθαινε. Όταν αρχίσεις να γράφεις, είναι άλλο πράγμα, είναι συνταγή, και για χιλιάδες χρόνια δεν υπήρχαν συνταγές» (www.lifo.gr). Στο έργο της τόνισε τη σημασία της εποχικότητας, της σοφής διαχείρισης των πρώτων υλών, ανακάλυψε κρυμμένους θησαυρούς, ανάδειξε την ελληνική κουζίνα και απέδειξε την ιστορικότητα της, έκρουσε πολλές φορές τον κώδωνα του κινδύνου στους νέους μάγειρες που εντυπωσιάζονταν από νέες τάσεις. «Όταν μία συνταγή πάει από στόμα σε στόμα κάτι μπορεί να χαθεί. Πρέπει να έχουμε τις συνταγές του τόπου μας γραμμένες. Κάθε φορά που μια γυναίκα πεθαίνει ένα κομμάτι της παράδοσης της κουζίνας μας χάνεται.» Η Εύη Βουτσινά αφιέρωσε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής της καταγράφοντας την κουζίνα του τόπου μας.

Η Ελένη Ψυχούλη, με σπουδές γαλλικής φιλολογίας εργάστηκε ως προσωπική βοηθός και υπεύθυνη επικοινωνίας του γλύπτη Τάκη, στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, τη δεκαετία του 90, ξεκίνησε να γράφει στα έντυπα της εποχής. «Μου πρότειναν να γράψω για το φαγητό, γιατί κατανάλωνα εστιατόρια», λέει η ίδια για το ξεκίνημα της. «Το έκανα από αγάπη και ενδιαφέρον.» Σήμερα η Ελένη Ψυχούλη παρουσιάζει την πιο επιτυχημένη εκπομπή μαγειρικής στην ελληνική τηλεόραση, γράφει για το φαγητό και έχει το δικό της site. Αγαπά τα τοπικά προϊόντα, τους μικρούς παραγωγούς, το φαγητό που έχει μία ιστορία να διηγηθεί. Το τελευταίο της βιβλίο είναι ένα βιβλίο μαγειρικής πέρα από τις συνταγές. Είναι το ημερολόγιο μιας παρέας, από συγγενείς και φίλους, ένα καλοκαίρι επιστροφή στο χωριό που μεγάλωσε. «Το χωριό μου δεν το ξέρουν οι Αθηναίοι. Δεν διαθέτει αρχαιότητες, μουσεία, μνημεία των πεσόντων, πλατεία με αιωνόβιο πλάτανο και μαγαζιά με σουβενίρ – γλυκά του κουταλιού. Ούτε αρχοντικά με δοξασμένα ονόματα. Δεν έχουμε εντυπωσιακή αρχιτεκτονική, αξιοθέατα, ιδιαίτερη γαστρονομία, μαγικά ηλιοβασιλέματα. Ούτε καν ένα πανηγύρι της προκοπής. Το οποιοδήποτε ταξιδιωτικό πρακτορείο θα ξεμείνει από επιχειρήματα αν είναι να σε στείλει εδώ, να χαραμίσει έναν Αύγουστο αναζητώντας αδρεναλινικές συγκινήσεις.» Για την ίδια η μαγειρική είναι κάτι πέρα από τη συνταγή, κάτι μετά την πρώτη ύλη. «Είναι κάτι πέρα από τις έξυπνες ή τις χαζές συσκευές, τα γκάτζετ, την εργονομία. Αγνοεί την εργονομία και αναζητά τη φωτιά, μία κατσαρόλα και ένα κουτάλι. Στην κουζίνα χωράνε μόνο δύο: το πρέπει (να ταίσω τη φαμίλια) και το θέλω να φτιάξω -οπωσδήποτε- το κοκκινιστό». Η ίδια είναι έτοιμη να αποδείξει τα λόγια της ανά πάσα στιγμή, ετοιμάζοντας στη στιγμή μία ντοματόσοπα για τον απρόσμενο επισκέπτη με ό,τι υπάρχει διαθέσιμο στο ψυγείο, κουβαλώντας στην τσάντα της ένα ταπεράκι με μία ντομάτα και λίγες ελιές για τη στιγμή της ξαφνικής λιγούρας ή αφήνοντας στο τραπέζι της κουζίνας ένα πιάτο μαγειρεμένο φαϊ για το παιδί της που θα γυρίσει αργά το απόγευμα από το μάθημα.

Συμπέρασμα

Σήμερα τα πράγματα δείχνουν να έχουν πάρει τα πράγματα. Μετά από μία περίοδο με θολά όρια ανάμεσα στο δημοσιογράφο και  τον ανεξάρτητο web editor όλοι δείχνουν να έχουν τη θέση που τους αξίζει. Τα καθιερωμένα μέσα έχουν αγκαλιάσει τη νέα εποχή, ο διαφημιστικός προϋπολογισμός έχει προνοήσει για όλους και ο καθένας έχει τον τομέα του. Οι γαστρονομικές εκδόσεις γνωρίζουν νέα άνθιση, τα περιοδικά δείχνουν να έχουν νέα πνοή ενώ τα νέα μέσα έχουν τα δικά τους αστέρια. Αυτό που είναι ξεκάθαρο σήμερα είναι πως ζούμε σε μία εποχή που ο δημοσιογράφος γεύσης πρέπει να έχει ένα σύνολο στοιχείων να τον χαρακτηρίζουν. Να είναι απλός και προσιτός στη γραφή, να έχει περιεχόμενο, να μην ακούγεται σνομπ, να στηρίζει τις επιλογές του στην πράξη, να έχει κοινωνική δράση, να έχει πολιτική τοποθέτηση, να προτείνει έμπρακτα λύσεις, να έχει αστραπιαία αντανακλαστικά, να μυρίζεται τις νέες τάσεις, να ανακαλύπτει το επόμενο ταλέντο στο χώρο, να μπορεί να κατανοήσει πως είναι κομμάτι ενός οικονομικού τομέα που χρειάζεται κάτι πέρα από τη γνώμη του. Να μπορεί να μεταφέρει την αλήθεια και το όραμα για μία καλύτερη ποιότητα ζωής.

Βιβλιογραφία-Πηγές

Βουτσινά Εύη Λ. (2007). Γεύση Ελληνική. Δ΄ τόμος. Αθήνα: Καστανιώτη

Επίκουρος. (2012). Η Νέα Ελληνική Κουζίνα. Αθήνα: Ίκαρος

Μπριγιά – Σαβαρέν Z.A. (2006). Η γαστρονομία ως καλή τέχνη. Αθήνα: Στοχαστής

Ψυχούλη Ελένη. (2013). Η Ελένη Ψυχούλη μαγειρεύει του καλού καιρού. Αθήνα: Πατάκης

Ποταμιάνος Δημήτρης. (2001). Oι τροφές. Κάτω από τις αιγινήτικες φιστικιές (01.10.2001). Επενδυτής. Symbol.

Ψυχούλη Ελένη. Η πείνα. Ωδή στη σοκολάτα. (05.01.2001). Επενδυτής. Symbol.

Γιούλη Επτακοίλη. (2013, 11 Δεκεμβρίου). Εύη Βουτσινά: Μαγείρισσσα των αισθημάτων. Η Καθημερινή. Ανακτήθηκε από http://www.kathimerini.gr/71685/article/proswpa/proskhnio/eyh-voytsina-mageirissa-twn-ais8hmatwn

M. Hulot (συνεντευξιαστής) & Εύη Βουτσινά (συνεντευξιαζόμενος). Εύη Βουτσινά. Αυτή είναι η συνέντυξη της ζωής της. (2013). Ανακτήθηκε από http://www.lifo.gr/guide/cultureblogs/tasteblog/30110

PowellJulie. What could happen?. Ανακτήθηκε από http://juliepowell.blogspot.gr

Roberts Adam. (2004, 4  Φεβρουαρίου). Janet Jackson Breast Cupcakes. Ανακτήθηκε από http://www.amateurgourmet.com/2004/02/janet_jackson_b.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: